ρυσή

και δωρ. τ. ῥυσά, Α
(κατά το λεξ. Σούδα και κατά τον Φωτ.) «μάρανσις, ἢ γήρανσις».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. υποχωρητ. παρ. τού ῥυσῶ (Ι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυσή — withering fem nom/voc sg (attic epic ionic) ῥῡσή , ῥυσός shrivelled fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρύση — η / ῥύσις, εως, ΝΜΑ, και ῥύησις Μ, και δωρ. τ. ῥύτις και ιων. τ. γεν. ῥύσιος, Α η ρεύση, η ροή ενός υγρού («ἐκ ῥινῶν αἵματος ῥύσιες», Ιπποκρ.) νεοελλ. φρ. «έμμηνη ρύση» ιατρ. η εμμηνόροια, η περίοδος τών γυναικών αρχ. 1. η εκροή τού λαδιού και… …   Dictionary of Greek

  • ρύση — [риси] ουσ. Θ. течение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ῥύση — ῥύσις flow fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥύ̱ση , ῥῦσις deliverance fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥυσάω pres imperat act 2nd sg (doric) ῥυσάω pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ῥυσάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύσῃ — ῥύ̱σῃ , ῥύομαι se sru aor subj mid 2nd sg ῥύ̱σῃ , ῥύομαι se sru fut ind mid 2nd sg ῥύσηι , ῥύσις flow fem dat sg (epic) ῥύ̱σηι , ῥῦσις deliverance fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυσαί — ῥυσή withering fem nom/voc pl ῥῡσαί , ῥυσός shrivelled fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυσήν — ῥυσή withering fem acc sg (attic epic ionic) ῥῡσήν , ῥυσός shrivelled fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιματούσα — η [αίμα] 1. λέγεται για τη γυναίκα που συνήθως έχει άφθονη ρύση έμμηνου αίματος (αλλ. αιματορροούσα*) 2. αιματώδες στίγμα τού προσώπου 3. (στην Κύπρο) (ως επίθ. τής Θεοτόκου) αυτή που θεραπεύει τις γυναίκες που έχουν προβλήματα υγείας με την… …   Dictionary of Greek

  • ρέω — ῥέω, ΝΜΑ, και επικ. τ. ῥείω Α 1. χύνομαι, τρέχω, κυλώ (α. «τα δάκρυά της έρρεαν ποτάμι» β. «ἔρρεεν αἷμα», Ομ. Ιλ.) 2. αναβλύζω, ξεχύνομαι (α. «το νερό τής βρύσης έρρεε άφθονο» β. «[πηγὴ] ὕδατι ῥέει», Ομ. Ιλ.) 3. φρ. «τα πάντα ρει» τα πάντα κυλούν …   Dictionary of Greek

  • ῥυσά — ῥυσά̱ , ῥυσή withering fem nom/voc/acc dual ῥυσά̱ , ῥυσή withering fem nom/voc sg (doric aeolic) ῥῡσά , ῥυσός shrivelled neut nom/voc/acc pl ῥῡσά̱ , ῥυσός shrivelled fem nom/voc/acc dual ῥῡσά̱ , ῥυσός shrivelled fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.